Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Περιοχή Ασπροποτάμου (Αχελώου), Τρίκαλα

(0 ψήφοι)

Ο Αχελώος είναι ο δεύτερος σε μήκος γηγενής ελληνικός ποταμός και ο πλουσιότερος σε νερά. Πηγάζει από το Περιστέρι της Πίνδου σε υψόμετρο 2.000 μ. στη θέση Βερλίγκα και ύστερα από 255 χλμ. εκβάλλει στο Ιόνιο. Στο ξεκίνημά του, στο Ν. Τρικάλων συνήθως λέγεται Ασπροπόταμος ή απλά Άσπρος. Γύρω από τον ποταμό υπάρχουν μερικά χωριουδάκια (βλαχοχώρια) που απαρτίζουν την Κοινότητα Ασπροποτάμου. Από αυτά κάποια είναι σκαρφαλωμένα στις πλαγιές τη Νότιας Πίνδου, άλλα χτισμένα σε κατάφυτες πλαγιές από έλατα και άλλα, χτισμένα χαμηλά, δίπλα στο ποτάμι. Πρόκειται για μια από τις πιο παρθένες περιοχές της Ελλάδας. Εκεί η φύση κυριαρχεί και παρόλο που η μανία του Γερμανού κατακτητή , το 1943, άφησε στάχτη και αποκαΐδια, τα χωριά ανοικοδομήθηκαν και στέκουν αγέρωχα, περιμένοντας τους τυχερούς επισκέπτες. Η βλάχικη καταγωγή των κατοίκων τους και η νομαδική νοοτροπία τους, έχουν σαν αποτέλεσμα τα χωριά να ερημώνουν το χειμώνα και να γεμίζουν το καλοκαίρι. Καλοκαίρι, λοιπόν πρέπει να τα επισκεφτείτε και εσείς.

Ένα από τα μεγαλύτερα και πιο γνωστά βλαχοχώρια είναι το Γαρδίκι. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 1150 μ. Η πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και παλαιοτέρα, αποδεικνύεται από τα όμορφα αρχοντικά του, από το ναό της Παναγίας (1700) με το επίχρυσο τέμπλο του και τις περίτεχνες κρήνες του.

Το καλοκαίρι που το χωριό γεμίζει γίνονται κάθε λογής εκδηλώσεις και πανηγύρια, με αποκορύφωμα το τριήμερο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στην πλατεία του χωριού.

Σε υψόμετρο 950 μ., στις πλαγιές των Τζουμέρκων, είναι χτισμένη η Αγία Παρασκευή Ασπροποτάμου (ή Τζούρτζια), ένα από τα πιο γνωστά χωριά της περιοχής. Είναι ένα ακόμα χωριό που περιμένει, μέσα σε ένα τοπίο ονειρικής ομορφιάς, το καλοκαίρι για να ζωντανέψει. Κατά την επίσκεψή σας στην Αγία Παρασκευή, θα θαυμάσετε την ομώνυμη εκκλησία (1896) στην πλατεία του χωριού που πανηγυρίζει στις 26 Ιουλίου, το παλιό Δημοτικό σχολείο (1872), την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (με αγιογραφίες του 1790), να επισκεφθείτε το ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας (1900) και, όσοι αντέχετε (απαιτείται πεζοπορία 1,5 ώρας), περπατήστε μέχρι τον εντυπωσιακό καταρράκτη ‘’Μαντάνι του Δαίμονα’’, ύψους 15 μέτρων. Στον γυρισμό θα ξαποστάσετε κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο της πλατείας και θα ξεδιψάσετε στις πηγές του χωριού.

Η Κρανιά είναι και αυτό μεγάλο χωριό, χτισμένο στα 1150 μ., που, επίσης, ερημώνει τον χειμώνα. Το μονότοξο πέτρινο γεφύρι που θα βρείτε στην είσοδο του χωριού, είναι το χαρακτηριστικό του. Το ρέμα που διασχίζει το χωριό είναι βιότοπος πέστροφας. Παλαιότερα, η Κρανιά ήταν ξακουστή στο Πανελλήνιο για τα Κρανιώτικα σκουτιά, δηλαδή τα υφαντά, φλοκάτες, βελέντζες κλπ. τα οποία οι γυναίκες του χωριού τα έπλεναν στα 20 περίπου μαντάνια και ντριστέλες που στέκονταν στη σειρά πάνω στο ρέμα. Στο κέντρο του χωριού υπάρχει μια ωραία πλατεία με τεράστια πλατάνια, μία βρύση με παγωμένο νερό, δύο τρία καφενεία και ταβερνάκια και ένας τεράστιος χώρος με φυσικό γρασίδι και παιδική χαρά.

Εφόσον βρίσκεστε στην Κρανιά, μην αμελήσετε να επισκεφτείτε την Ιερά Μονή του Τιμίου Σταυρού Δολιανών, ένα αξιόλογο βυζαντινό μνημείο της ορθοδοξίας, το μοναδικό στην Ελλάδα με 13 τρούλους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το ναό του Τιμίου Σταυρού που ανήκε στη Μονή Αγίου Νικολάου ή Τιμίας Ζώνης, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς όταν πέρασε από εδώ η ναζιστική λαίλαπα.

Για να φτάσετε εκεί θα πρέπει να οδηγήσετε σε χωματόδρομο για περίπου 1,5 χλμ. Σε ένα ξέφωτο, καταμεσής του πυκνού ελατοδάσους, ξεπροβάλλει ένα αρχιτεκτονικό θαύμα, που θα σας ξαφνιάσει.

Βρίσκεται εκεί από το 1770. Είναι τρίκλιτη βασιλική, με 13 τρούλους, διακοσμημένος εξωτερικά το 1792 με λιθανάγλυφες παραστάσεις λαϊκής τέχνης, των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του αγίου Γεωργίου, του αγίου Δημητρίου, του αρχάγγελου Μιχαήλ με τη ρομφαία, δικέφαλου αετού κ.ά. Το εσωτερικό του είναι ασοβάντιστο και δεν έχει αγιογραφηθεί. Εκεί δεσπόζει ο μεγάλος πολυέλαιος, που θυμίζει μονές του Αγίου Όρους. Ο ναός επισκευάστηκε δύο φορές, την πρώτη μεταξύ 1840 – 1848 και τη δεύτερη το 1900. Το 1943 υπέστη εκτεταμένες καταστροφές από τους Γερμανούς κατακτητές, όμως αναστηλώθηκε και χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο. Λειτουργία τελείται μόνο στις 14 Σεπτεμβρίου.